Η έλλειψη του τεκμηρίου της κυριότητας του Δημοσίου στις Κυκλάδες

19.10.17 | Έρευνες

Τα νησιά των Κυκλάδων δεν καταλαμβάνονται από το «τεκμήριο» του Δημοσίου βάσει του άρθρου 62, «Βάρος απόδειξης - Ειδική αναγνώριση κατατμήσεων», παρ. 1 του ν. 998/1979, σύμφωνα με το οποίο:

«Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ` ου ή αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ’ αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του. Κατ` εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης».

Η εν λόγω εξαίρεση των Κυκλάδων από το λεγόμενο «τεκμήριο» του Δημοσίου, έλκει την νομική της καταγωγή από το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς των γαιών αυτών επί Οθωμανικής κατοχής.

Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας «μούλκια» (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες «μιριγιέ», (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης «τεσσαρούφ», (γ) τις αφιερωμένες γαίες «βακούφια», των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες «μετρουκέ» (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες «μεβάτ» (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Βάσει των ανωτέρω διακρίσεων του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274, το σύνολο των γαιών των νησιών των Κυκλάδων χαρακτηρίσθηκαν ως ιδιωτικές, υπαγόμενες στην κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων «μούλκια», δεδομένου ότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου αλλά ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν περιήλθαν στο Σουλτάνο, αλλά εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου (Βλ. 195/2003 Εφετείο Αιγαίου).

Ως εκ τούτου, τα ακίνητα των εν λόγω νησιών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση του 1821 από το Σουλτάνο, και μη κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, «δικαιώματι πολέμου» και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Βλ. 195/2003 Εφετείο Αιγαίου), και επομένως επ’ αυτών δεν ισχύει το «τεκμήριο» του Δημοσίου, όπως αυτό εισήχθη για τα δάση με το Β.Δ. της 17/29.11.1836, «Περί ιδιωτικών δασών» και για τις χορτολιβαδικές εκτάσεις με το Β.Δ. της 3/15.12.1833, «Περί ορισμού φόρου βοσκής και του δια τα Εθνικοιδιόκτηα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834» (Βλ. 27/2012 ΜονΠρωτ Νάξου, 111/2001 Εφετείο Αιγαίου).

Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 1 του Β.Δ. 3/15.12.1833, «...όλα τα λειβάδια, δια την επικαρπία των οποίων δεν έχει τις να παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το Δημόσιο.». Από τη διατύπωση της εν λόγω διάταξης σαφώς προκύπτει ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους πριν τον αγώνα της ανεξαρτησίας επί της κρινόμενης έκτασης, καθώς μόνο υπό αυτό το καθεστώς εκδιδόταν το «ταπί», δηλαδή η άδεια εξουσίασης δημόσιας γαίας κατά το άρθρο 3 του οθωμανικού νόμου «Περί γαιών», η οποία όμως προϋπόθεση δεν ίσχυε και δεν ισχύει στα νησιά των Κυκλάδων (Βλ. 110/2006 ΜονΠρωτΣύρου).

Βάσει των ανωτέρω, το Δημόσιο για να αποδείξει την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητάς του επί δάσους, δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης στα νησιά των Κυκλάδων πρέπει να επικαλεσθεί και εν αμφισβητήσει να αποδείξει την επί του δάσους ή της χορτολιβαδικής έκτασης κτήση της κυριότητάς του με έναν οποιοδήποτε, νόμιμο τρόπο, προβλεπόμενο από τον Αστικό κώδικα ή ενδεχομένως από άλλο ειδικό νόμο (Βλ. 340/1985 ΑΠ, ΕφΠατρ. 766/04 για Ιόνιους Νήσους αντίστοιχα, 27/2012 ΜονΠρωτΝάξου).

Κατά συνέπεια και δεδομένης αφενός της διαδικασίας κύρωσης των Δασικών Χαρτών ανά την επικράτεια και αφετέρου των τυχόν διοικητικών ενεργειών προς υλοποίηση διαφόρων επενδύσεων, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό να γνωρίζουν οι κάτοικοι των νησιών των Κυκλάδων ότι σε αντίθεση με την ηπειρωτική χώρα ακόμα και εάν μία έκταση κυρωθεί ή χαρακτηρισθεί από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών ως δασική ή χορτολιβαδική, δεν προσβάλλεται με κανέναν τρόπο το δικαίωμα κυριότητάς τους επ’ αυτής, σε περίπτωση δε αντιδικίας με το Δημόσιο, αυτό οφείλει να επικαλεστεί και να προσκομίσει τους τίτλους ιδιοκτησίας του επί της αμφισβητούμενης δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης.